Κυριακή, 23 Μαΐου 2021

Οι εκβιασμοί, οι δολοφονίες και το μαφιόζικο τέλος της οικογένειας Γρηγοράκου

Η άνοδος και η πτώση της φαμίλιας

Η άνοδος και η πτώση της φαμίλιας που τη δεκαετία του '90 πουλούσε προστασία, έβαζε βόμβες και εκτελούσε εν ψυχρώ τους αντιπάλους της.


Έξω από την Ευελπίδων σε ένα μικρό καφέ, ο Νικ ο Αμερικάνος κάθεται μόνος του, πίνοντας το ποτό του. Είναι μεσημέρι και σε ένα από τα κτίρια μπροστά του, ο πατέρας του, Βασίλης Γρηγοράκος ανακρίνεται. Το όνομά του είναι μπλεγμένο σε μια υπόθεση εμπορίου κοκαΐνης και ο Νικ τον περιμένει έως ότου ολοκληρώσει την κατάθεσή του. Όταν μία μοτοσυκλέτα θα σταματήσει μπροστά του, εκείνος θα κάνει το λάθος να μη σηκώσει τα μάτια του απ’ την εφημερίδα.


Ο Νικ Γρηγοράκος 


Ο άγνωστος αναβάτης με το μαύρο κράνος θα τον πυροβολήσει εν ψυχρώ. Τρεις σφαίρες θα τον βρουν στο κεφάλι, οι υπόλοιπες στο σώμα, λίγο πιο πάνω απ’ το προσθετικό του πόδι, αυτό που αναγκαζόταν να φοράει επειδή λίγα χρόνια πριν, κάποιοι άλλοι επίδοξοι δολοφόνοι είχαν παγιδεύσει με εκρηκτικά το αυτοκίνητό του. Τότε, αν και βαριά τραυματίας, είχε καταφέρει να βγει ζωντανός απ’ το φλεγόμενο όχημα. Τώρα όμως, στα 32 του χρόνια, δεν θα σταθεί το ίδιο τυχερός. Είναι νεκρός και το ξεκλήρισμα της οικογένειας Γρηγοράκου θα έχει μόλις ξεκινήσει.


Από το New Jersey στην Ηλιούπολη. Τα χρυσά χρόνια της Μαφίας

Ο Βασίλης Γρηγοράκος ήρθε στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ το 1989. Μανιάτης, με καταγωγή από τα Μουντανίστικα της Λακωνίας, θα εγκατασταθεί στην Ηλιούπολη μαζί με τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του, τον Νίκο (ή Νικ), τον Θόδωρο (ή Τέντι), τη Ζωή και την Κυριακή. Γρήγορα θα αρχίσει να ψάχνει τον εύκολο τρόπο για να βγάλει χρήματα, και το ίδιο γρήγορα θα μετατρέψει την Ηλιούπολη στο συνώνυμο της ελληνικής μαφίας.


Κυριότερη δραστηριότητά της φαμίλιας θα γίνουν οι εκβιάσεις ιδιοκτητών καφέ, μπαρ, μαγαζιών με ηλεκτρονικά και κουλοχέρηδες, περιπτέρων, και γενικά ό, τι καταστημάτων μπορεί να φανταστεί ένας άνθρωπος.


O Βασίλης Γρηγοράκος μαζί με τον μεγάλο του γιο, τον Νίκο, θα συγκροτήσουν μία αδίστακτη ομάδα, με πρώην πυγμάχους, μπράβους, ανθρώπους της νύχτας και «εισοδηματίες», η οποία για όσο διάστημα θα μείνει ενωμένη, θα κυριαρχήσει στον χώρο της νύχτας. Θα ξεκινήσει απ’ την Ηλιούπολη, θα επεκταθεί στις γειτονικές συνοικίες και θα φτάσει μέχρι και τα νότια προάστια.


Ο αρχινονός, Βασίλης Γρηγοράκος


«Λίγα από πολλούς»

Ο Γρηγοράκος όμως θα μείνει στην ιστορία του ελληνικού υπόκοσμου και για έναν ακόμη λόγο. Ήταν εκείνος που εισήγαγε το αμερικανικό σύστημα είσπραξης, αλλάζοντας το δόγμα «πολλά από λίγους» σε «λίγα από πολλούς». Οι πληρωμές ήταν εβδομαδιαίες, το σύστημα έδειχνε να λειτουργεί καλά, όμως όσο η δύναμη συνέχιζε να συσσωρεύεται στα χέρια της συμμορίας, τόσο και η δράση της γινόταν ανεξέλεγκτη. Στα μέσα των 90s, περισσότεροι από 50 καταστηματάρχες υποχρεώνονταν να πληρώνουν προστασία στη συμμορία.


Λίγο προτού αρχίσει η αλληλοεξόντωση των μαφιόζων, πληροφορίες ήθελαν τη συμμορία να έχει φτάσει να αριθμεί έως και 25 μέλη, ίσως και περισσότερα. Ένιωθαν ανέγγιχτοι, και όχι άδικα. Η αίσθησή τους συνεχώς επιβεβαιωνόταν.


Όταν για παράδειγμα στις 4 Φεβρουαρίου του 1996 θα συλληφθούν οκτώ άτομα και το Τμήμα Εκβιαστών της ελληνικής αστυνομίας θα πανηγυρίζει δημόσια, τα μεγάλα κεφάλια απλώς θα βγάλουν το βρόμικο χρήμα απ’ τις τσέπες τους, θα πληρώσουν τις εγγυήσεις και θα συνεχίσουν ελεύθεροι τη δράση τους. Τίποτα δεν φαινόταν προς το παρόν ότι ήταν ικανό να τους σταματήσει.


Ο άνθρωπος που αρνήθηκε να πληρώσει

Ο κατήφορος της συμμορίας ξεκίνησε από τον Ιανουάριο του 1996. Έριχναν ο ένας τον άλλον στη μοιρασιά, έκαναν συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι, υπονόμευαν ο ένας τη δύναμη του άλλου και κάποιοι που είχαν μείνει μέσα στη φυλακή, μίλησαν. Εκείνο όμως που θα φέρει το τέλος τους είναι ο θόρυβος που προκαλούν.


Όταν Γιάννης Γιαννόπουλος, ο ιδιοκτήτης της καφετέριας «Posto» στην Ηλιούπολη, θα αρνηθεί να ενδώσει στους εκβιασμούς τους, θα αρνηθεί να πληρώσει προστασία, τα αντίποινα εναντίον του θα είναι τρομακτικά. Ο κύκλος της βίας που θα ξεκινήσει στην Ηλιούπολη θα είναι πρωτοφανής.


Θα του κάψουν δύο αυτοκίνητα, θα πυροβολήσουν το σπίτι του, θα ρίξουν χειροβομβίδα στην καφετέρια του. Και δεν θα σταματήσουν εκεί.


Στις 6 Αυγούστου 1996 δύο άγνωστοι τον περιμένουν έξω από την πολυκατοικία όπου μένει. Θα δουν ένα αυτοκίνητο να παρκάρει, και νομίζοντας ότι είναι ο Γιαννόπουλος ,θα πλησιάσουν και θα εκτελέσουν τον οδηγό εν ψυχρώ. Έχουν κάνει λάθος όμως, έχουν πυροβολήσει τον ιδιοκτήτη εταιρείας σκαφών αναψυχής, Θεοφάνη Σιδηρόπουλο, ο οποίος είχε την ατυχία να μένει στο διπλανό σπίτι με το υποψήφιο θύμα. Την εντολή για τη δολοφονία την είχε δώσει ο Νίκος Γρηγοράκος και εκτελεστής ήταν ο μικρότερος αδελφός του, Τέντι, με συνεργό του τον Χρήστο Λούντζη.


Παρά το λάθος τους, θα συνεχίσουν σαν να μη συνέβη τίποτα και θα πέσουν και σε ακόμη μία γκάφα. Τρεις μήνες αργότερα θα μπουκάρουν στο κομμωτήριο όπου δουλεύει η γυναίκα του Γιαννόπουλου, και για άλλη μία φορά, θα πυροβολήσουν το λάθος άτομο. Θα τραυματίζουν την 58χρονη ιδιοκτήτρια, που δεν έχει ιδέα τι συμβαίνει και ποιοι είναι αυτοί οι άντρες.


«Ήσουν τυχερή», θα πουν αργότερα στο τηλέφωνο στη σύζυγο του «απείθαρχου» ιδιοκτήτη. «Την επόμενη δεν θα γλιτώσεις».


Παρόλες τις απειλές, ο άντρας όχι μόνο δεν θα πληρώσει αλλά δεν θα πάρει και πίσω την κατάθεση που έκαιγε τη συμμορία, και που πριν από μερικούς μήνες, τους είχε φέρει στα ίχνη της αστυνομίας. Όλοι οι υπόλοιποι καταστηματάρχες που είχαν καταθέσει, μόλις είδαν ότι οι νονοί βγήκαν απ’ τη φυλακή με εγγύηση, αμέσως ανακάλεσαν σε μία προσπάθεια να γλιτώσουν τη ζωή τους.


Ο Βασίλης Γρηγοράκος


Δύο συμμορίες στην ίδια συνοικία είναι πολλές

Η δίκη των κατηγορουμένων συνεχίζει να καθυστερεί, πάει από αναβολή σε αναβολή, δίνοντάς τους την ευκαιρία να επεκτείνουν τις «επιχειρήσεις» τους. Πλέον έχουν μπει γερά και στα μαγαζιά που έχουν βάλει φρουτάκια και μόνο απ’ αυτά, καθαρίζουν πέντε εκατομμύρια δραχμές τη βδομάδα.


Στο ίδιο διάστημα ένας επιχειρηματίας θα πέσει θύμα απαγωγής. Οι άντρες της συμμορίας θα τον οδηγήσουν στην Πεντέλη και μετά από βασανιστήρια, όλα τα ακίνητά του, αξίας σχεδόν 200 εκατομμυρίων δραχμών, θα μεταβιβαστούν στο όνομά τους. Στη μοιρασιά όμως θα τα χαλάσουν. Ήδη έχουν σοβαρές διαφωνίες μεταξύ τους, κι εκεί φαίνεται ότι θα επέλθει η οριστική ρήξη τους.


Η πιο σκληρή συμμορία της νύχτας σπάει στα δύο και πλέον γνωρίζουν καλά, ότι δεν χωρούν και οι δύο στην ίδια πόλη.


Στη μία συμμορία απομένουν ο Βασίλης Γρηγοράκος, οι δύο γιοι του, τα αδέλφια Κώστας και Χρήστος Λούντζης, ο Γιώργος Χατζόπουλος και ο Γιώργος Ψαράκος. Οι τελευταίοι ήταν απλοί «εισπράκτορες».


Στη δεύτερη ομάδα θα είναι ο τέως κουμπάρος του Νίκου, Γιώργος Τσακογιάννης (σύμφωνα με μαρτυρίες, ωστόσο ο ίδιος δεν θα καταδικαστεί ποτέ), ο Γιάννης Γιαννόπουλος (απλή συνωνυμία με τον «απείθαρχο» καταστηματάρχη), ο Γιάννης Σωτηρόπουλος, οι δίδυμοι μπασκετμπολίστες της ομάδας της Δάφνης, Θανάσης και Δημήτρης Μπιλλής, ο Νίκος Γιάμπουρας και ο Γιώργος Ρούσσος.


Ο Γιάννης Γιαννόπουλος κατά την έξοδό του από την Ευελπίδων


Πέντε κιλά δυναμίτης για τον Νικ Γρηγοράκο

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, στις 6 Δεκεμβρίου του 1998, ημέρα της ονομαστικής γιορτής του Νικ Γρηγοράκου, ο κουμπάρος του Γιώργος Τσακογιάννης τον επισκέφτηκε στο σπίτι του. Λίγο πριν φύγει, του είπε αινιγματικά ότι δώρο του θα του το δώσει την επόμενη ημέρα.


Στις 7 Δεκεμβρίου, ο Νικ βρίσκεται στην Άνω Γλυφάδα. Όταν θα ανοίξει την πόρτα της BMW του, άγνωστοι θα πυροδοτήσουν με τηλεχειριστήριο πέντε κιλά δυναμίτη, καλά κρυμμένα κάτω απ’ το αυτοκίνητό του. Θα τραυματιστεί σοβαρά, θα χάσει το δεξί του πόδι, θα περάσει μήνες στο νοσοκομείο αλλά δεν θα πεθάνει.


«Εντάξει, πριν είχα δέκα κιλά αρχίδια, τώρα έχω εφτά κιλά», θα πει γελώντας κάποια στιγμή σε έναν αστυνομικό.


Όταν η αστυνομία μετά από κατάθεση μέλους της συμμορίας, του 39χρονου Αμερικανού Πίτερ Σέντομ, θα τον κατηγορήσει για ηθική αυτουργία στην εκτέλεση του ιδιοκτήτη της εταιρείας σκαφών και του τραυματισμού της κομμώτριας, τότε θα νοσηλευτεί στο νοσοκομείο Ελπίς, για να πετύχει άλλη μια αναβολή της δίκης για λόγους υγείας. Θα πληρώσει εγγύηση 80 εκατομμυρίων δραχμές και είναι και πάλι ελεύθερος


Ο Αμερικανός κακοποιός, Πίτερ Σέντομ 


Πόλεμος, τίποτα λιγότερο

Τη βόμβα στο αυτοκίνητό του, θα ακολουθήσει άλλη μία βόμβα στο σπίτι του στη Βάρη, αλλά και στο ισόγειο του σπιτιού του στο Μπραχάμι, με το γυμναστήριο που είχε ανοίξει σε εκείνο το σημείο να ισοπεδώνεται.


Τέσσερις μήνες μετά την πρώτη βόμβα, παρόμοια επίθεση θα γίνει και στο αυτοκίνητο του Γιάννη Σωτηρόπουλου, γνωστού ως «Τσέλιγκα», σημαντικού μέλους της αντίπαλης συμμορίας. Αυτή τη φορά ο εκρηκτικός μηχανισμός ήταν δεμένος με πετονιά στην πόρτα και περίμενε ένα χέρι για την τραβήξει και να ενεργοποιηθεί. Θα τραυματιστεί ελαφρά στα πόδια, αλλά ούτε κι αυτός θα πεθάνει -τουλάχιστον όχι ακόμα.


Στις 5 Απριλίου του 1999 άγνωστοι θα γαζώσουν με καλάσνικοφ τα αυτοκίνητα της οικογένειας Γρηγοράκου και το σπίτι τους. Μία εβδομάδα μετά η απάντηση των Γρηγοράκων θα είναι να γαζώσουν το σπίτι του Γιαννόπουλου. Στις 19 Απριλίου 1999 μια βόμβα θα σκάσει έξω από το σπίτι του Τέντι στο Μπραχάμι.


Οι πυροβολισμοί, οι εκρήξεις, οι απειλές, έχουν ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Πυροβολούν τα αυτοκίνητα των αδερφών Μπιλλή, πυροβολούν τα αυτοκίνητα των ανθρώπων του Γρηγοράκου… Ένας κανονικός πόλεμος έχει ξεκινήσει στην Ηλιούπολη κι όμως ακόμα, καμία απ’ της δύο ομάδες δεν έχει θρηνήσει τον πρώτο της νεκρό.


18 σφαίρες για τον «Τσέλιγκα»

Ένας άντρας, περίμενε κρυμμένος τον Σωτηρόπουλο να επιστρέψει στο σπίτι του στη Νέα Σμύρνη. Ήταν ξημερώματα, 12 Νοεμβρίου του 1999, και ο «Τσέλιγκας» -παρατσούκλι που του κόλλησαν γιατί επισήμως παρουσιαζόταν ως οπωροπώλης σε λαϊκές αγορές- βρισκόταν σε κάποιο νυχτερινό κέντρο. Μόλις θα κάνει την εμφάνισή του, και προτού ακόμα βάλει το κλειδί στην πόρτα, ο άντρας θα βγει απ’ το σκοτάδι και θα αδειάσει πάνω του όλο του το περίστροφο. Συνολικά θα δεχτεί 18 πυροβολισμούς, οι τέσσερις θα αποδειχτούν μοιραίοι.


Ο δράστης θα επιβιβαστεί στη μηχανή που κρατούσε αναμμένη ο συνεργός του, ένα τετράγωνο πιο μακριά και θα απομακρυνθεί με ιλιγγιώδη ταχύτητα.


Ο Γιάννης Σωτηρόπουλος ή Τσέλιγκας


Λίγά χρόνια αργότερα, μέσα από καταθέσεις θα γίνει γνωστό ότι ο δράστης ήταν ο ίδιος ο Βασίλης Γρηγοράκος, ο αρχηγός της οικογένειας. Η σύζυγος του θύματος που βγήκε απ’ το σπίτι όταν άκουσε τους πυροβολισμούς κατέθεσε ότι τον είχε αναγνωρίσει.


Προηγουμένως, ο Βασίλης Γρηγοράκος και ο γιος του είχαν πλησιάσει τον Νίκο Πούλια και τον Ανδρέα Αλαφούζο, για να τους αναθέσουν τη δολοφονία. Παρότι στην αρχή δέχτηκαν, μάλιστα ο Πούλιας έλαβε και μία προκαταβολή πέντε εκατομμυρίων, στη συνέχεια το μετάνιωσαν και ακύρωσαν το συμβόλαιο θανάτου. Έδωσαν πίσω τα χρήματα, οδηγώντας τον αρχινονό να πάρει ο ίδιος την κατάσταση στα χέρια του.


Η δολοφονία του Νικ Γρηγοράκου έξω απ’ τα δικαστήρια στις 7 Ιουνίου 2000, θα έρθει ως απάντηση από την αντίπαλη ομάδα στη δολοφονία του «Τσέλιγκα». Τότε ο πατέρας του, απελπισμένος, θα αναγκαστεί να μιλήσει στην αστυνομία. Θα τους πει για τον Τσακογιάννη, για τον Γιαννόπουλο, θα τους περιγράψει τις σχέσεις τους και τις δραστηριότητές τους.


«Τώρα είναι η σειρά μου», θα λέει, προμηνύοντας και το δικό του τέλος.


Το τέλος του Βασίλη Γρηγοράκου

Μια ημέρα πριν το μνημόσυνο του γιου του, ο Βασίλης Γρηγοράκος θα δολοφονηθεί μέσα στο τζιπ του, καθώς επιστρέφει απ’ το εξοχικό του στη Βάρκιζα, μαζί με τη γυναίκα του. Φοράει αλεξίσφαιρο γιλέκο, έχει μαζί του δύο όπλα, αλλά όταν στο ύψος της Βούλας θα αναγκαστεί να σταματήσει σε ένα φανάρι, τίποτα από όλα αυτά δεν θα του χρησιμεύσουν. Μία μοτοσυκλέτα με δύο αναβάτες θα πλησιάσει δίπλα στο τζάμι του. Οι σφαίρες θα τον βρουν κατευθείαν στο κεφάλι. Ο αρχινονός είναι πλέον νεκρός.


Η γυναίκα του βρίσκεται σε κατάσταση σοκ, αλλά ζωντανή. Το χτύπημα ήταν επαγγελματικό, η ίδια δεν ήταν ποτέ ο στόχος.


Σαν σκηνή βγαλμένη από ταινία, ο Βασίλης Γρηγοράκος κείτεται νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του


Ο Γιώργος Τσακογιάννης θα προφυλακιστεί με την κατηγορία του ηθικού αυτουργού. Η κατάθεση της συζύγου του Νίκου Γρηγοράκου, σύμφωνα με την οποία τον είχε δει να βάζει βόμβα στο σπίτι τους στη Βάρη, αξιολογείται σοβαρά από την αστυνομία. Λίγες ημέρες μετά όμως, η γυναίκα θα πάρει πίσω την κατάθεσή της, και μαζί με τα τρία της παιδιά, θα φύγει για την Αμερική. Ο Τσακογιάννης θα αποφυλακιστεί με εγγύηση ύψους 40 εκατομμυρίων δραχμών και τελικά θα αθωωθεί με βούλευμα.


Η εκτέλεση του Θέμη Καλαποθαράκου

Ο πόλεμος στην Ηλιούπολη δεν θα μπορούσε να αφήσει ανέγγιχτο και τον «βασιλιά της παραλιακής» όπως τον έλεγαν, τον Θέμη Καλαποθαράκο. Οι ανακατατάξεις που γίνονταν στον κόσμο της νύχτας ήταν σαρωτικές, οι νέοι έτρωγαν τους παλιούς και πλέον ήταν επιβεβλημένο να φύγει κι εκείνος απ’ τη μέση.


Το βράδυ της 25ης Ιουλίου 2000 ο 37χρονος αρχινονός επέστρεφε από τη βίλα του στον Σχοινιά, την οποία γνώριζαν ελάχιστοι, στο σπίτι του στην Αθήνα. Δυο πληρωμένοι δολοφόνοι τον περιμένουν στη Λεωφόρο Ποσειδώνος και μόλις το αυτοκίνητό του κάνει την εμφάνισή του, θα ανοίξουν πυρ εναντίον του με ένα καλάσνικοφ και ένα 9άρι πιστόλι. Θα του σκάσουν τα λάστιχα, θα τον πετύχουν και στο σώμα αλλά ο Καλαποθαράκος θα προλάβει να βγει απ’ το αυτοκίνητο και να απαντήσει. Παρότι βαριά τραυματισμένος, θα προλάβει να ρίξει 18 φορές προς το μέρος των εκτελεστών, προτού πέσει νεκρός.


Λίγες ώρες μετά η αστυνομία θα μαζέψει 60 κάλυκες από τον δρόμο, είχε γίνει πραγματική μάχη. Ο εντολέας της δολοφονίας δεν θα βρεθεί ποτέ.


Ο Θέμης Καλαποθαράκος 


Η γυναίκα που θα τινάξει τον εαυτό της στον αέρα

Η Αγγλίδα Σούζαν-Μαίρη, ήταν η γυναίκα του Ελληνοαυστραλού Στιβ Αριστείδη, ιδιοκτήτη του νυχτερινού κέντρου Diamonds and Pearls στην παραλιακή, ο οποίος εξαφανίστηκε μυστηριωδώς το 1995. Ως πολύ καλή φίλη της οικογένειας Γρηγοράκου -είχε βαπτίσει μάλιστα κι έναν απ’ τους γιους του Νικ, τον άλλον τον είχε βαπτίσει ο Τσακογιάννης, όταν ακόμη τα είχαν καλά- ήταν απ’ τα πρώτα άτομα που βρέθηκαν κοντά στις κόρες του αρχινονού για να τους συμπαρασταθεί.


Και αυτή ακριβώς η σχέση τους είναι που καλύπτει με μυστήριο και τον δικό της θάνατο.


Ένα βράδυ τον Μάιο του 2001 θα βγει στον δρόμο με το αυτοκίνητό της. Κανείς δεν θα μάθει ποτέ που πήγαινε, αφού μόλις 400 μέτρα από το σπίτι της, η λευκή BMW της θα ανατιναχθεί, σκοτώνοντάς την ακαριαία και τραυματίζοντας το ροντβάιλερ που είχε στα πίσω καθίσματα.


Σύμφωνα με την αστυνομία, η 49χρονη γυναίκα μετέφερε έναν αρκετά πρωτότυπο εκρηκτικό μηχανισμό,­ μια τροποποιημένη χειροβομβίδα γεμάτη καρφιά που φέρεται να είχε φτιάξει η ίδια. Λογικά η έκρηξη οφειλόταν σε κάποια λάθος κίνηση είτε δική της είτε του σκύλου. Κάποιος απ’ τους δύο ακούμπησε το τηλεχειριστήριο μέσα στην τσάντα της και το ενεργοποίησε. Η αστυνομία δεν έμαθε ποτέ ποιο σπίτι ή αυτοκίνητο θα επιχειρούσε να παγιδεύσει εκείνο το βράδυ, αλλά πιθανολογεί ότι ήταν κάποιου αντιπάλου της οικογένειας Γρηγοράκου.


Η Σούζαν-Μαίρη στο σημείο που δολοφονήθηκε ο Βασίλης Γρηγοράκος 


Θεόδωρος Γρηγοράκος, ο τελευταίος επιζών

Και κατά τη δολοφονία του αδερφού του και κατά τη δολοφονία του πατέρα του, ο Τέντυ Γρηγοράκος ήταν απών. Από τις 16 Μαΐου του 1999, μετά από συμπλοκή μεταξύ μελών της ομάδας του και αστυνομικών στον Άλιμο, βρισκόταν στη φυλακή. Κατά τη σύλληψή του είχε τραυματιστεί ο ίδιος και δύο αστυνομικοί, ενώ πίσω απ’ τα σίδερα είχαν περάσει και ο Χατζόπουλος με τον Ψαράκο. Αργότερα θα καταδικαζόταν σε 17,5 χρόνια κάθειρξη, όλα έδειχναν ότι θα έμενε για πολύ καιρό ακόμη και στη φυλακή.


Μετά τη δολοφονία του πατέρα του, ο Θεόδωρος γνωρίζει καλά ότι είναι ο επόμενος. Η φυλακή δεν αρκεί από μόνη της για να τον προστατέψει, ούτε οι άνθρωποι που έχει κοντά του.


Σύμφωνα με αναφορά του αρχιφυλακεύοντα, ο Γρηγοράκος ένα βράδυ θα ζητήσει να τον δει. Θα του αναφέρει ότι κυκλοφορεί ένα πιστόλι σε μπρελόκ, με δύο σφαίρες, και ότι κάποιοι κρατούμενοι επιχείρησαν να του το πουλήσουν για δύο εκατομμύρια δραχμές. Θα του πει ότι αρνήθηκε να το αγοράσει και στην ερώτηση «ποια είναι τα ονόματα των κρατουμένων;», θα γελάσει, εξηγώντας ότι δεν πρόκειται να γίνει ποτέ καρφί.


Ο Τέντι Γρηγοράκος

«Επειδή γνωρίζω ότι μπορώ να έχω και εγώ την ίδια τύχη με τον πατέρα μου και τον αδερφό μου, θέλω να ζητήσω μία χάρη από την υπηρεσία», ήταν τα λόγια του σύμφωνα με το χαρτί της αναφοράς. «Θέλω να μου τοποθετήσει έναν σύρτη στο εσωτερικό του κελιού, στην πόρτα, να κλειδώνομαι μέσα το πρωί γιατί δεν ξυπνάω νωρίς». Παρότι ο αρχιφυλακεύοντας τού απάντησε αρνητικά, τελικά οι αρχές του Κορυδαλλού, έστω και άτυπα, θα υποχωρήσουν και θα του επιτρέψουν να περάσει εσωτερικά έναν γάντζο.


Υδροκυάνιο μέσα στα μακαρόνια

Στις 28 Ιανουαρίου 2002, μία ημέρα μετά γενέθλιά του, ο Τέντι Γρηγοράκος, θα πέσει σε κωματώδη κατάσταση μέσα στο κελί του. Κατά τη μεταφορά του στο Τζάνειο, θα αφήσει την τελευταία του πνοή μέσα στο ασθενοφόρο. Ο ιατροδικαστής τις επόμενες ημέρες θα αποφανθεί κάτι πρωτοφανές για τα ελληνικά χρονικά: ο Γρηγοράκος δηλητηριάστηκε με υδροκυάνιο που κάποιος του είχε ρίξει μέσα στο φαγητό του.


Όπως θα γινόταν αργότερα γνωστό, το φαγητό του Γρηγοράκου είχε μαγειρευτεί σε ένα διπλανό κελί, όπου διέθετε μάτι και οι ίδιοι οι κρατούμενοι έφτιαχναν μόνοι τους το φαγητό τους. Μετέφερε το πιάτο στο κελί του, όπου βρίσκονταν κάποιοι δικοί του άνθρωποι και πετάχτηκε να κάνει ένα τηλεφώνημα στη γυναίκα του. Μετά από 10-15 λεπτά επέστρεψε, έφαγε το φαγητό του, τσούγκρισε με τους άλλους κρατούμενους τα μπουκαλάκια που κρατούσαν, γεμάτα με αυτοσχέδιο τσίπουρο -είχε ήδη πιει σχεδόν 19 μικρά μπουκάλια από την προηγούμενη ημέρα για να γιορτάσει, σύμφωνα με τον Αρχιφύλακα Αντώνη Αραβαντινό- και όταν σηκώθηκε για να βρει τα τσιγάρα του, αισθάνθηκε ότι δεν μπορεί να αναπνεύσει. Λίγη ώρα μετά θα ήταν νεκρός.


Ήταν προφανές ότι κατά το διάστημα της απουσίας του, κάποιος έμπιστος του έριξε το δηλητήριο στο φαγητό, κάποιος που μάλλον κρυφά είχε αλλάξει στρατόπεδο. Ως φυσικός αυτουργός πάντως συνελήφθη ο 32χρονος Αλβανός Ιλίς Μπερίκου. Ο Τσακογιάννης που για μία ακόμη φορά θα κατηγορηθεί για ηθική αυτουργία, θα αθωωθεί από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Πειραιά.


Ο θάνατός του Θεόδωρου Γρηγοράκου θα σημάνει και επίσημα το τέλος της φαμίλιας που για μια δεκαετία σχεδόν κυριάρχησε στη νύχτα. Η αλλαγή σκυτάλης θα περάσει πλέον και επίσημα στα χέρια της επόμενης γενιάς. Όσο για εκείνους που μπλέχτηκαν σε αυτήν την ιστορία, θα καταλήξουν στην πλειοψηφία τους νεκροί.


Ο Πίτερ Σέντομ, ο Αμερικανός που κάρφωσε στην αστυνομία τη σχέση των Νικ και Βασίλη Γρηγοράκου με τη δολοφονία του αθώου ιδιοκτήτη σκαφών αναψυχής αλλά και με το εμπόριο ναρκωτικών, θα βρεθεί νεκρός από υπερβολική δόση το 2008, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Βενεζουέλα. Προηγουμένως, το είχε σκάσει με κινηματογραφικό τρόπο από τις φυλακές Κορυδαλλού.


Ο 30χρονος Νίκος Πούλιας, ο πρώην πυγμάχος που αρνήθηκε να εκτελέσει τον «Τσέλιγκα», θα δολοφονηθεί το 2001 έξω απ’ το σπίτι του, ξημερώματα, γυρνώντας από ένα νυχτερινό κέντρο. Οι δράστες θα του ρίξουν στο στήθος και το κεφάλι, τουλάχιστον τέσσερις φορές.


Ο Γιάννης Γιαννόπουλος θα πεθάνει πολλά χρόνια αργότερα, το 2015 από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Ο θάνατος θα τον βρει σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου της Αθήνας κάποιο σαββατόβραδο, παρέα με μία κοπέλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οι όροι χρήσης που ισχύουν για τη δημοσίευση των σχολίων, έχουν ως εξής:

Κάτωθι των περισσοτέρων κειμένων του διαδικτυακού τόπου παρέχεται η δυνατότητα υποβολής σχολίων από τους χρήστες/ επισκέπτες. Η δυνατότητα αυτή είναι καταρχήν ελεύθερη. Ωστόσο, η συντακτική ομάδα δύναται να προβεί άμεσα και χωρίς καμία προηγούμενη ειδοποίηση ή αιτιολόγηση, στη διαγραφή οιουδήποτε σχολίου κρίνει ότι είναι εκτός του δεοντολογικού πλαισίου, των στόχων και των υπηρεσιών του διαδικτυακού τόπου, ειδικά δε εάν αυτό είναι υβριστικό, ειρωνικό, έχει στόχο να προσβάλλει τρίτο πρόσωπο ή την ιστοσελίδα.

Σε καμία περίπτωση ο διαχειριστής του διαδικτυακού τόπου δεν υιοθετεί, ενστερνίζεται, αποδέχεται ή εγγυάται την αλήθεια των προσωπικών σκέψεων, αντιλήψεων και πληροφοριών, οι οποίες εκφράζονται από τους επισκέπτες/χρήστες της ιστοσελίδας.

Με την αποστολή ενός σχολίου αυτόματα αποδέχεστε τους όρους χρήσης.

Η συντακτική ομάδα του Aridaia365